1. Σχέση με τον εαυτό


1. ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν το ταξίδι μας στο απέραντο δίκτυο των σχέσεων, με την πρώτη ενότητα, την ανθρωποκεντρική, αρχίζοντας από τη σχέση μεταξύ προσώπων και κατά πρώτον με τον ίδιο τον εαυτό. Ποιος από εμάς, από τη στιγμή που κάπως συνειδητοποίησε την ύπαρξή του, δεν άνοιξε διά-λογο με τον εαυτό, είτε σε επίπεδο σκέψεων ή ακόμη και ομιλίας. Υπενθυμίζω ότι αναφέρθηκα στο εισαγωγικό  ″γνώθι σαυτόν″ στον Απόστολο Παύλο και στο σχετικό τραγούδι με τον Σωκρ. Μάλαμα. Κι ας χαίρονται όσοι διαπιστώνουν ότι έχουν μόνο δύο ″εαυτούς″ γιατί κατά κανόνα το  ″Εγώ″  μας, είναι διασπασμένο σε πολύ περισσότερα κομμάτια. Ζητούμενο είναι, το να συν-αρμο-λογηθούν σε Ένα.

Υπάρχουν διάφορες καταστάσεις στη ζωή που δηλώνουν τη διαφορετικότητα ψυχής-σώματος, παρά την άρρηκτη διασύνδεσή τους.

Έτσι μιλάμε για  ″σωματικό εγώ″ και  ″ψυχικό εγώ″, όπως και για χαρακτήρα που απαρτιώνεται από όλα τα στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί κάποιος να με περιγράψει, αλλά και για  ″προσωπικότητα″ που εμπεριέχοντας τον χαρακτήρα, επεκτείνεται πολύ περισσότερο, συμπεριλαμβάνοντας και τα απολύτως  ″προσωπικά δεδομένα″ (απόκρυφα) αλλά και πέρα από αυτά, τα ασυνείδητα κίνητρα της συμπεριφοράς μου. Θεωρείται αυτονόητο και αυταπόδεικτο, αλλά προσέξτε τι γίνεται αν θέσουμε σοβαρά το ερώτημα: πόσο καλά γνωρίζουμε το ″σωματικό μας εγώ″; Το ίδιο μας το σώμα;

Είναι γνωστό ότι η αντίληψη προέρχεται από τη μεταφορά των δεδομένων (ερεθισμάτων) στον εγκέφαλο, μέσα από τα αισθητήρια όργανα (έξω και ενδοδεκτική αντίληψη). Ποιος όμως μπορεί ακόμη και στον καθρέφτη να δεί όλη τη ράχη του ή να την πιάσει με το χέρι του; Είναι γνωστή επίσης η φράση ότι  ″τα μάτια τα βλέπουν όλα εκτός από τον εαυτό τους″.

Αλλά και το πιο σημαντικό μέρος του σώματός μας, το πρόσωπο, το γνωρίζουμε έμμεσα, χάρη στον καθρέφτη.

Το τυχόν  ″τικ″  μας, το γνωρίζει ως φαινόμενο, πολύ καλά ο απέναντί μας, αλλά ελάχιστα εμείς.

Πόσο καλή αντίληψη του σώματός του έχει το παχύσαρκο άτομο που φοράει  ″κολάν″  και αφήνει εμφανή την κοιλιά με τον ομφαλό, επειδή το απαιτεί η μόδα;

Είναι συχνές οι περιπτώσεις ασθενών που προσέρχονται στο ιατρείο για  ″συμπτώματα″  που είναι φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισμού. Τυπικές περιπτώσεις: Όταν τρώω και ξαπλώνω, χτυπάει κάτι μέσα στην κοιλιά μου και με ανησυχεί.

Πρόκειται για την αορτή που σφύζει όπως πάντα, αλλά που τώρα γίνεται αντιληπτή, επειδή πιέζεται από το βάρος του γεμάτου στομαχιού.

Γιατρέ, στεγνώνει το στόμα μου και έχω συχνουρία και πολυουρία. Μήπως έχω σάκχαρο;

Δεν γνωρίζει ότι η κούραση, το άγχος, στεγνώνουν το στόμα και ότι μια απότομη πτώση της θερμοκρασίας  αναγκάζει ορμονικά τον οργανισμό να προσαρμοστεί στο νέο θερμοκρασιακό περιβάλλον μέσα από την φυσιολογική αποβολή υγρών δια των ούρων. Μα και τόσες άλλες περιπτώσεις που νομίζουμε ότι νοσεί η σωματική μας υπόσταση από άγνοια ή ημιμάθεια. Η κακή σχέση με το σωματικό και ψυχικό εγώ μας δεν έχει να κάνει μόνο με την ψυχή μας και την ψυχή των άλλων, αλλά και με το σώμα μας, τον βιολογικό οργανισμό μας. Έτσι έχουμε τα περισσότερα νοσήματα της γενικής παθολογίας τα οποία ονομάζονται ψυχο-σωματικά. Το αίτιο δηλαδή της νόσου βρίσκεται στην ψυχή και το αποτέλεσμα (η βλάβη) στο σώμα. Φυσικά είναι αυτονόητο ότι και η κάθε νόσος του σώματος έχει επιπτώσεις και στον ψυχισμό του ανθρώπου.

Πόσες φορές μπορούμε να αντιληφθούμε ότι το σώμα μας δεν θέλει κάτι κι εμείς του το επιβάλλουμε. Για παράδειγμα πόσες φορές τρώμε γιατί πεινάσαμε και πόσες γιατί είναι η ώρα που το επιβάλλει, μολονότι δεν πεινάμε;

Πόσες φορές του στερούμε τον ύπνο που έχει ανάγκη;

Πόσες φορές μας επιβάλλει τις ανάγκες του ενώ δεν θέλουμε;

Θεωρούμε σοβαρό λάθος την μεταφορά του μαθήματος της ανθρωπολογίας στα επιλεγόμενα. Μάλιστα το καλύτερο θα ήταν με την επαναφορά του να εμπλουτίζονταν και με στοιχεία φυσιολογίας, οπότε από την εφηβεία του ο άνθρωπος θα μπορούσε να έχει γνώση και εξοικείωση με το σώμα-οργανισμό του και καλύτερη σχέση μαζί του.

Οι σχέσεις είναι ταυτόσημες με την επικοινωνία. Κι επειδή η επικοινωνία τόσο με τον εαυτό όσο και με τους άλλους στηρίζεται στο μεγαλύτερο βαθμό στη Λεξικοινωνία, κρίνουμε απαραίτητο να επισημάνουμε τα σχετικά προβλήματά της, γιατί η συνειδητή χρήση των λέξεων -ιδιαίτερα των λεγόμενων αφηρημένων- προάγουν το ″γνώθι σαυτόν″.

ΛΕΞΙΚΟΙΝΩΝΙΑ (ΓΛΩΣΣΑ)

 

 Ας ρίξουμε μια ματιά στο Ελληνικό λεξικό.

  1. Λέξη, είναι το ουσιαστικό του ρήματος λέγω, που σημαίνει ομιλώ, ομιλία.
  2. Κοινωνία, σημαίνει την ένωση τη συμμετοχή, την ομιλία-συναναστροφή.
  3. Γλώσσα, κατά πρώτη σημασία είναι το μυώδες, ευκίνητο όργανο μέσα στη στοματική κοιλότητα που χρησιμεύει στη γεύση, στη μάσηση και κατάποση των τροφών και συμμετέχει στην άρθρωση της ομιλίας. Κατά δεύτερη σημασία (το μόνιμο κακό της κατ’ ευφημισμόν ζωντάνιας της γλώσσας, δηλαδή της πολλαπλής σημασίας των λέξεων, απότοκο βέβαια της ημιμάθειας και λεξιπενίας των χρηστών της), το σύνολο των λέξεων και φράσεων που χρησιμοποιεί ένας λαός ή μία ομάδα ανθρώπων για να συνεννοείται γραπτά ή προφορικά. Εμείς λοιπόν λέμε, ότι η απλή συμμετοχή του μυώδους αυτού οργάνου στην άρθρωση της ομιλίας, μαζί με τόσα άλλα όργανα όπως των πνευμόνων, του λάρυγγα, των δοντιών, των χειλιών, δεν δικαιολογεί τη σήμανση τής τόσο σημαντικής δεύτερης έννοιας και θα έπρεπε να μείνει μόνο στην πρώτη.

Η δεύτερη έννοια, της ομιλίας, αποδίδεται θαυμάσια από τον προτεινόμενο σύνθετο όρο λεξι-κοινωνία, που πληρο-φορεί για όλες τις έννοιες των δύο λημμάτων που προαναφερθήκαμε, χωρίς μάλιστα να μπερδεύει η πολυσημία. Θα αναρωτηθεί κάποιος : έχει τόση σημασία αυτή η διαφορετική σήμανση; Η απάντηση είναι, αναμφίβολα ναι! Τόση όση στη  ˝γλώσσα˝  της μουσικής έχει το ˝φάλτσο˝  ή στις αριθμητικές πράξεις το να εκληφθεί το 3 ως 8. Πρόκειται για την ικανότητα διάκρισης, που για παράδειγμα, στην περίπτωση των φακών, όπως στον οφθαλμό, ο μυωπικός τα δύο κοντινά σημεία τα βλέπει ως ένα, αλλά φορώντας το διορθωτικό φακό, αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα των δύο σημείων. Δεν φαντάζεστε τον αριθμό των παρεξηγήσεων που συμβαίνουν στη λεξι-κοινωνία μας, ακριβώς για τους λόγους αυτούς, αφού τις περισσότερες φορές δεν δίδεται η ευκαιρία να αντιληφθούμε την παρεξήγηση, επειδή ο καθένας νομίζει ότι κατάλαβε επακριβώς αυτό που εννοούσε ο άλλος. Αρκεί να σας υπενθυμίσω ότι η ημιμάθεια, η αδιαφορία και η οκνηρία μάς έφτασαν στο σημείο να θεωρούμε μειονέκτημα την  ˝κυριολεξία˝.

Άραγε πόσο οραματιστές ή αιθεροβάμονες θα μας χαρακτηρίζατε αν λέγαμε ότι προσδοκούμε την ημέρα που η ανθρωπότητα θα χρησιμοποιούσε μια  ˝γλώσσα˝ που το λεξικό της θα είχε έναν και μοναδικό ορισμό για το κάθε λήμμα, ώστε να έχει την ακρίβεια της μουσικής και των μαθηματικών;

Πόσο καλύτερα θα ήταν αν ο πλούτος της  ˝γλώσσας ˝ θα προσδιορίζονταν από τον μεγάλο αριθμό των ουσιαστικών της και όχι από τον μεγάλο αριθμό των διαφορετικών εννοιών τους.

Όπως για παράδειγμα η  ˝γλώσσα˝, που σημαίνει το όργανο εντός του στόματος, το γνωστό ψάρι, το μέρος του υποδήματος, το εργαλείο που μας βοηθά να το φορέσουμε και όλα αυτά επειδή μοιάζουν στο σχήμα κι έτσι μας απαλλάσσουν από τον κόπο να τα ονοματίσουμε ιδιαίτερα.

Θα παραμερίσουμε την πιθανότητα να μας χαρακτηρίσετε αρνητικά και θα κάνουμε τις σχετικές παρατηρήσεις και προτάσεις μας.

1. Σύμφωνα με τα παραπάνω, να παύσουμε πολλές έννοιες να τις σημαίνουμε με την ίδια λέξη. (Ανεπάρκεια λεξιλογίου, απόρροια νοητικής οκνηρίας).

2. Να μη χρησιμοποιούμε πολλές λέξεις-που σίγουρα είναι παρεμφερείς (κακώς συνώνυμες) και όχι ταυτόσημες-με την ίδια έννοια, διότι αυτό αποτελεί κατάχρηση λεξιλογίου, απόρροια λεκτικής αδιακρισίας. Προσέξτε τι λέει ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης στη Νεοελληνική Γραμματική (της Δημοτικής): Τα συνώνυμα είναι μεγάλος πλούτος για μια γλώσσα. Με τη μελέτη τους πλουτίζεται η ατομική γλώσσα, οξύνεται το μυαλό και βαθαίνει η μόρφωση. Τα προσυπογράφουμε με τις εξής επισημάνσεις: Δεν συμφωνούμε με τον όρο συνώνυμα διότι εκλαμβάνονται ως ταυτόσημα, και είναι παράλογο να υπάρχουν δύο λέξεις με την ίδια σημασία. Πρόκειται για περεμφερείς και γι’ αυτό όταν συνειδητά χρησιμοποιείται η μία και όχι η παραπλήσια, αυτό αποδεικνύει την όξυνση του μυαλού και τη βαθύτερη μόρφωση καθώς και τον πλουτισμό της ατομικής γλώσσας, που εμείς ως ατομική, εννοούμε τη συνειδητή χρήση της.

3. Να κάνουμε ορθολογική χρήση των μετοχών, πολύ περισσότερο δε των επιθέτων, για τα οποία σε πολλές περιπτώσεις (όπως τα επιθετο-ποιημένα ουσιαστικά) συνιστούμε κατάργηση.

Ας αναφέρουμε όμως μερικά παραδείγματα για την κάθε πρότασή μας. Στις μέρες μας το ουσιαστικό Έρωτας, σημαίνει: τη συνουσία, την ανάγκη για πρόσληψη οποιασδήποτε ηδονής, τον έρωτα, την αγάπη. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία θα θυμούνται τη σχετική διαφήμιση στην τηλεόραση με την Πέμη Ζούνη κατά την πρώτη έκρηξη της σεξουαλικής νόσου από τον H.I.V  όπου επιδεικνύοντας ένα προφυλακτικό έλεγε: επειδή κι εγώ αγαπώ τον έρωτα όπως κι εσείς, έχετε λίγο μυαλό στην τσέπη σας. Αντιλαμβάνεστε ότι με αυτή τη σηματοδότηση, συνουσία, έρωτας και αγάπη, γίνονταν ταυτόσημα.

Το παράδειγμα με τη λέξη  ˝γλώσσα˝  έχει ήδη αναφερθεί.

Να, και η νεοελληνική λέξη  ˝παιδί˝, με διαφορετική φυσικά σημασία από την αρχαία  ˝παίς˝, διότι συμπεριλαμβάνει και την έννοια  ˝γυιός˝  και την έννοια  ˝θυγατέρα˝  ή  ˝κόρη˝. Αλλά κόρη έχει και το ˝μάτι˝ · βέβαια ˝μάτι˝ έχει και η ηλεκτρική κουζίνα. ˝Μάτι˝ έχει και η Αττική, αλλά δίχως κόρη, αφού κόρη έχει ο  ˝οφθαλμός˝. Η κόρη όπως και ο οφθαλμός φέρουν πλούσιο ενεργειακό φορτίο, το οποίο είναι ανύπαρκτο στο νεοελληνικό  ˝μάτι˝. Κι έτσι φθάνουμε να ακούμε εκφράσεις όπως: ˝έχω δυο παιδιά κι ένα κορίτσι˝-Εάν όμως διατηρούνταν τουλάχιστον η γραφή  ˝ ΄μμάτι˝  θα γνωρίζαμε ότι προέρχεται από το  ˝όμμα˝  και τη √οπ, την οποία ρίζα έχει και ο οφθαλμός. Αλλά όπως βλέπετε, διατηρήσαμε την κατάληξη και χάσαμε τη ρίζα, όπως και τις ρίζες μας και τον προσανατολισμό μας.

Τέλος σε ότι αφορά τα επιθετο-ποιημένα ουσιαστικά θα φέρω μόνο ένα παράδειγμα, αρκετά σαφές, πολύ συχνό, σημαντικό γιατί έχει να κάνει με το μεταφρασμένο στα Ελληνικά βιβλίο του διάσημου Έρικ Φρόμ  ˝Η τέχνη της αγάπης˝   (The art of loving), και φυσικά επειδή έχει να κάνει με τη σημαντικότερη κατά τη γνώμη μας, ελληνική λέξη, Αγάπη. Σημαντικότερη επειδή παίζει καθοριστικό ρόλο στις σχέσεις μας τόσο με τον εαυτό όσο και τους άλλους. Βλέπουμε λοιπόν στους τίτλους των διαφόρων κεφαλαίων του, το ουσιαστικό αγάπη να γίνεται: Μητρική αγάπη, αδελφική αγάπη, αγάπη προς τον εαυτό, προς το Θεό και-ω! της πλάνης-την ερωτική αγάπη-μετατροπή και του ουσιαστικού Έρως σε επίθετο.

Φυσικά έτσι δεν ορίζεται ούτε ο έρωτας ούτε η αγάπη και η σύγχυση μεγαλώνει.

Από αυτή τη θεώρηση απορρέει το μεγαλείο και η αναγκαιότητα για το ανθρώπινο γένος, των ποιητών του, οι οποίοι είναι ποιητές, στο βαθμό που είναι  ˝γλωσσοπλάστες˝   (το ορθό λεξιπλάστες)· και είναι δημιουργοί-κατά κυριολεξία, που προσφέρουν έργο στο Δήμο-στο βαθμό που βοηθούν τους συνανθρώπους τους, να λεκτικοποιήσουν τα συναισθήματα, τα βιώματά τους κι έτσι να ρίξουν φώς συνειδητότητας, στον ασυνείδητο ψυχισμό τους.

Διότι, μην πλανάστε, η συνειδητότητα-ατομική και συλλογική-αποκτάται, στο βαθμό που κατακτάται η επίγνωση των λεγόμενων  ˝αφηρημένων˝  λέξεων.

Αν μας ζητούσατε να σχηματοποιήσουμε, να κάνουμε πιο απτή την έννοια της ψυχής-ιδιαίτερα ως διακριτικό γνώρισμα του ανθρώπου-πιστεύουμε ότι δεν θα απείχαμε πολύ αν λέγαμε ότι είναι  ˝η επίγνωση του αθροίσματος των εννοιών των  ˝αφηρημένων˝ κυρίως λέξεων˝.

Φυσικά όχι οι λέξεις καθαυτές, αλλά το ενεργειακό τους φορτίο, η έννοια, ο ορισμός.

Έτσι θα μπορούσαμε να απλουστεύσουμε και να πούμε: πες μου πόσες ˝αφηρημένες˝  λέξεις έχεις μέσα σου, πόση και ποια είναι η επίγνωσή σου για το ενεργειακό τους φορτίο, για να σου αποκαλύψω το βαθμό της συνειδητότητάς σου, το που βρίσκεσαι στην κλίμακα του  ˝γνώθι σαυτόν˝.

Επειδή αναφέραμε δύο φορές τον όρο  ˝ενεργειακό φορτίο˝ θα ήταν καλό να τον κάνουμε πιο συγκεκριμένο με ένα παράδειγμα. Ας φανταστούμε ότι μια πρόταση λέξεων (λέξη=σήμα του σήματος) είναι ένας μεγάλος σιδηροδρομικός συρμός. Έτσι η κάθε λέξη-όρος-είναι ένα βαγόνι. Το κάθε βαγόνι έχει τη θέση του στο συρμό, αναλόγως ας πούμε, της χώρας προελεύσεως του (γραμματική), καθώς επίσης και της χώρας προορισμού του (συντακτικό). Το πιο ουσιώδες όμως στο βαγόνι είναι το φορτίο του (κυρίως η ετυμολογία του).

Δηλαδή σε ότι αφορά στη λέξη, είναι η πληροφοριακή ενέργεια η οποία μετατρέπεται σε δύναμη, κατά την παραλαβή του φορτίου από τον αποδέκτη (συνομιλητή). Όταν λοιπόν επικοινωνούμε  ˝μηχανικά˝  επιδεικνύουμε απλώς το βαγόνι ή έστω και το φορτίο του, χωρίς να κάνουμε χρήση του φορτίου. Όταν όμως μπορούμε και επικοινωνούμε συνειδητά, τότε κάνουμε χρήση κυρίως του ενεργειακού φορτίου.

Έτσι ο συνειδητοποιημένος πομπός, προσφέρει ενέργεια, την οποία ο συνειδητό δέκτης-κάτοχο πλέον της πληροφορίας-μετατρέπει σε δύναμη. Αυτός είναι σε θέση να την χρησιμοποιήσει εκείνη τη στιγμή, ή να την αποθηκεύσει ως ενέργεια.

Όταν την συνδυάσει με άλλες πληροφορίες θα έχει γνώση· κι όταν είναι σε θέση να την επενδύσει συναισθηματικά και να την εμπειραθεί βιωματικά μέσω πράξεων, τότε θα έχει επίγνωση. Ο μη συνειδητοποιημένος πομπός, στέλνει ήχους άνευ σημασίας· μπορεί να μιλάει πολύ, χωρίς να λέει κάτι (κύμβαλο αλαλάζον). Ο συνειδητοποιημένος όμως πομπός, κινεί ενδυναμώνει τον συνειδητοποιημένο δέκτη.

Για να γίνουν όμως κατανοητά τα παραπάνω, θα πρέπει να αποβάλλουμε την υπάρχουσα επιδημική πλάνη στη χρήση των δύο αυτών λέξεων ενέργεια και δύναμη, καθώς χρησιμοποιούνται ως ταυτόσημες.

Ενέργεια, είναι η αποθηκευμένη ύλη, υπό τέτοιες συνθήκες, ώστε μέσω γνωστού τρόπου (μηχανή), προσδίδει δύναμη-κίνηση-την οποία χρησιμοποιούμε.

Παράδειγμα: Είναι λανθασμένος ο όρος  ˝Αιολική ενέργεια˝. Προτείνουμε τον ορθό-κατά τη γνώμη μας-˝Αιολική δύναμη˝, διότι δεν είναι κάπου αποθηκευμένος από εμάς ο άνεμος-ή το βαρομετρικό σύστημα-ώστε να τον χρησιμοποιούμε κατά βούληση. Εμείς υποδεχόμαστε τη δύναμη του ανέμου για να κινήσουμε το καράβι με τα πανιά, ή να την αποθηκεύσουμε ως ηλεκτρική ενέργεια μέσω της κίνησης του ανεμοστρόβιλου. Ως χωροχρόνο της αιολικής ενέργειας, θα μπορούσαμε να σκεφθούμε τις συνθήκες που λειτουργούν από τη στιγμή της ενάρξεως της διαταραχής της βαρομετρικής ισορροπίας (νηνεμίας), μέχρι τη στιγμή της καταρρεύσεώς της (άνεμος).

Δηλαδή, η δύναμη εκλύεται πάντα ˝αναλώμασι˝ ενέργειας. Δυστυχώς ακόμη και οι φυσικοί, δεν κατάλαβαν το λεκτικό λάθος στη χρήση των όρων  ˝ενέργεια˝ και δύναμη, κι ότι επιφέρουν σύγχυση με την προσθήκη όπως  ˝κινητική˝  και  ˝δυναμική˝ ενέργεια, μετατρέποντας τα ουσιαστικά κίνηση και δύναμη, σε επίθετα. Διόρθωσαν κάπως σχηματικά το λάθος, με τη χρήση του συμβόλου και της έννοιας του διανύσματος λέγοντας: η ενέργεια δεν είναι διανυσματικό μέγεθος, αλλά η δύναμη είναι. Αυτό αποτελεί την παραδοχή της διαφοράς των δύο μεγεθών και αποδεικνύει τα όσα είπαμε για τον ρόλο της λεξικοινωνίας στη γνώση του εαυτού και κατ’ επέκταση και στη γνώση του άλλου. (Λεπτομέρειες και άλλα παραδείγματα, στο βιβλίο που προαναφέραμε). Αφού λοιπόν κάναμε τη σημαντική αυτή διευκρίνιση στην ορολογία της φυσικής αλλά και της καθημερινής μας λεξικοινωνίας, ας επανέλθουμε στην ψυχολογία με ένα ωραίο παράδειγμα για την  ˝μηχανική˝  και τη συνειδητή χρήση των λέξεων. (Γλώσσας).

Όταν με τη γεύση μας απολαμβάνουμε ένα φαγητό, το ονομάζουμε νόστιμο κι αν ακούσουμε και τον χαρακτηρισμό εύγευστο, άνετα εντάσσουμε τις δύο λέξεις στις συνώνυμες και χρησιμοποιούμε όποια-συνήθως κατά την παιδική ηλικία (μητρική)-συνηθίσαμε κατά τη μίμηση (μηχανικά). Προσέξτε όμως. Το κακό δεν τελειώνει στην άγνοια του μηνύματος (φορτίου) μιάς λέξης και στη φτώχεια του λεξιλογίου μας. Είναι πολύ μεγαλύτερο, διότι αποδεικνύει ανικανότητα επιγνώσεως και εκφράσεως των συναισθημάτων, των συγκινήσεων μας, αρα και του εσωτερικού μας κόσμου, δηλαδή της ουσίας της υπάρξεώς μας.

Το εύγευστο, σημαίνει τη λογική κυρίως τεκμηρίωση του αισθητηριακού ερεθισμού και στην περίπτωση που υπάρχει και συγκίνηση, ανάλογα με τον βαθμό της, η λέξη συνοδεύεται κι από ένα- μηχανικό- επιφώνημα α!, ω!, μμμ!

Αλλά το νόστιμο, πέρα από τα παραπάνω τα οποία εμπεριέχει, μας συνδέει έντονα με μια παρόμοια κατάσταση του παρελθόντος. Πέρα δηλαδή από το βίωμα του παρόντος, υπάρχει συγκινησιακή σύνδεση με το παρελθόν, το οποίο βιώνεται κυρίως εξ αφορμής του παρόντος, ως νοστ-αλγία και ευ-νοστία.

Διευκρίνιση: Όταν σήμερα δοκιμάζω για πρώτη φορά ευάρεστο συναίσθημα από κάποιο φαγητό, δεν πρέπει να το ονομάσω νόστιμο αλλά εύγευστο. Όταν όμως επιστρέφω στο πατρικό μου μετά από τριάντα χρόνια απουσίας και απολαμβάνω το ξεχωριστό φαγητό των εφηβικών μου χρόνων, σερβιρισμένο από τα χέρια της γερόντισσας πλέον μητέρας μου, μπορώ και πρέπει την όλη συγκίνησή μου, να την ονομάσω  ˝νοστιμιά˝  (νόστιμο ήμαρ).

Ελπίζουμε ότι με αυτό που αναφέραμε ότι διατύπωσε ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης για τη χρήση των  ″συνωνύμων″,  με όσα παραδείγματα φέραμε εμείς, να έγινε αντιληπτή η σημασία της συνειδητής χρήσης της λεξικοινωνίας για τη γνώση του εαυτού και του άλλου. Ας επισφραγίσουμε όμως τα παραπάνω και με κάποιες βασικές γλωσσολογικές θέσεις και δικές μας προεκτάσεις και επισημάνσεις.

  • Η γλώσσα δεν είναι μόνο όργανο ∙ είναι και θησαυροφυλάκιο και μορφή σκέψεως ∙ και είναι θησαυροφυλάκιο, διότι η πείρα και οι γνώσεις γενεών, συσσωρεύονται σε γλώσσα ∙ και είναι μορφή σκέψεως, διότι η πείρα και οι γνώσεις αυτές μεταδίδονται στις επόμενες γενιές μέσω της γλώσσας, κατά τη διεργασία της ανατροφής.
  • Δεν σκεπτόμαστε μόνο σε κάποια γλώσσα, αλλά και με τη μεσολάβηση αυτής της γλώσσας.

Η γλώσσα είναι μια μορφή επιστήμης, μια μορφή όχι μόνο με την οποία, αλλά και σύμφωνα με την οποία διαπλάθονται οι σκέψεις.

  • ″Σκεπτόμαστε σε μια γλώσσα″. Η σκέψη είναι κυρίως ομιλία. Γι’ αυτό κάθε έθνος, μιλάει με τον τρόπο που σκέπτεται και σκέπτεται με τον τρόπο που μιλάει.

Η γλώσσα ενός έθνους παγιώνει την πείρα του και τις διάφορες αλήθειες και αναλήθειες που η γλώσσα μεταβιβάζει στις επόμενες γενιές κι έτσι καλουπώνει το όραμα τους του κόσμου.

  • Η αληθινή σημασία της έρευνας της γλώσσας, συνίσταται, στη μελέτη της συνεισφοράς της γλώσσας στην κατασκευή ιδεών. Αυτό συμπεριλαμβάνει τα πάντα, αφού το άθροισμα των ιδεών αυτών απαρτίζει τον άνθρωπο.

Στο τελευταίο έχουμε την εξής παρατήρηση = Σ’ αυτή την αληθινή σημασία της έρευνας της γλώσσας, πέρα από τη συνεισφορά της στην κατασκευή ιδεών (κι αφού την  ″κατασκευή″  τη βάλουμε σε εισαγωγικά, τονίζοντας έτσι το αμφισβητήσιμο σε ότι αφορά το ενσυνείδητο ή το μηχανιστικό αυτής της κατασκευής), δεν πρέπει να αγνοείται ότι η γλώσσα ανακαλύπτεται κυρίως ως  ″επικοινωνιακό εργαλείο″  για την ανταλλαγή πληροφοριών περί βιωμάτων και ιδεών και κατά δεύτερο λόγο, χρησιμεύει ως γνωσιακό εργαλείο για την  ″πέψη″ των εμπειριών, την οργάνωσή τους, την κατασκευή νοητικών υποθέσεων κ.α, κι έτσι συμβάλλει-ενδεχομένως-και στην κατασκευή ιδεών.

Με αυτόν τον τρόπο, δεν κινδυνεύουμε να δεχθούμε το  ″έλλασον″  ως  ″μείζον″  ή ακόμη χειρότερα το  ″μέρος″  ως  ″όλον″,  κάτι που κατά τη γνώμη μας δεν μπόρεσε δυστυχώς να αποφύγει ένας μεγάλος αριθμός των σύγχρονων γλωσσολόγων.

Ένα βασικό μειονέκτημα της γλωσσικής λειτουργίας είναι το ότι, ενώ πρόκειται για μία ασυνεχή (digital) διεργασία, καλείται να αποδώσει γνωσιακά φαινόμενα, τα οποία παράγονται σε μία συνεχή (analog) βάση.

Είναι επόμενο λοιπόν, ότι κατά τη διεργασία της μετατροπής, πολλές από τις πληροφορίες του γραπτού σήματος χάνονται. Εκείνοι οι οποίοι επιθυμούν να επικοινωνήσουν δια των λέξεων συνειδητά, συχνά μιλούν για το βίωμα της απώλειας ενέργειας, κατά την μετατροπή των ιδεών σε προφορική ομιλία και την ακόμη μεγαλύτερη απώλεια με τη γραπτή έκφραση κατά την οποία είναι δυσχερής η απόδοση των συναισθημάτων καθώς δεν υπάρχει βοήθεια από τα μέσα εξω-λεκτικής επικοινωνίας, παρά μόνο αυτή των σημείων στίξεως.

Οι μελέτες της  ″γλώσσας″  γίνονται συνήθως σε τρία επίπεδα:

  1. Της συντάξεως των συμβόλων μεταξύ τους (syntactics).
  2. Το σημασιολογικό. Σχέση των συμβόλων και των συμβολιζομένων (semantics).
  3. Το ψυχογλωσσικό. Σχέση της γλώσσας με τη συμπεριφορά.

Στο τελευταίο επίπεδο εμείς δίνουμε την μεγαλύτερη βαρύτητα στον δυναμικό παράγοντα, ο οποίος μελετά οπωσδήποτε τις ετυμολογικές πληροφορίες, τους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες, αλλά κυρίως το ενεργειακό φορτίο των λέξεων. (Κύρια των ουσιαστικών, γιατί αυτά περιέχουν την ουσία).

Η ουσία αυτή επεκτείνεται συχνά και πέρα από τα όρια της λέξης, διαχεόμενη μέσα στο σύνολο της ομιλίας, ακόμη ίσως και μέσα στην περίοδο του χρόνου κατά την οποία πρωτοεκφωνήθηκε ή καταγράφηκε και την οποία χαρακτηρίζει και από την οποία χαρακτηρίζεται. Έτσι η προτεινόμενη από εμάς, δυναμική ψυχογλωσσολογία, μπορεί να μιλήσει για λανθασμένη δομικά ή συντακτικά λέξη, να φανερώσει πλαστογράφησή της, ή ακόμη και να υποθέσει το εννοιολογικό φορτίο το οποίο θα ήθελε ο χρήστης της να έχει, αλλά που η λέξη καθαυτή δεν έχει κι έτσι να συμπληρώσει το κενό που συμβαίνει κατά τη μετατροπή της συνεχούς-analog-γνωσίας, σε ασυνεχή-digital-ομιλία.

Κι ας φέρουμε ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εκτροπής της έννοιας, κατά τη ροή του χρόνου.

Η αρχική έννοια της λέξεως  ″θεωρία″  ήταν αυτή της  ″οράσεως″   του Θείου, δηλαδή της Αλήθειας.

Αυτή η έννοια στη Πατερική Γραμματεία εμπλουτίσθηκε και με τη διατύπωση του βιώματος της  ″κατ’  αποκάλυψη″ οράσεως του Θεού. Δηλαδή δεν πρόκειται για μια αντίληψη η οποία απορρέει από κάποια δυνατότητα του ανθρώπου, αλλά είναι απόρροια της σχέσεως ανθρώπου-Θεού με καθοριστική δύναμη τη Χάρη του Θεού, η οποία  ″αποκαλύπτει″  ώστε ο άνθρωπος να  ″Θεωρεί″.

Γι’ αυτούς οι οποίοι θα ήθελαν γραμματολογική τεκμηρίωση αυτής της θέσεως και θα προβάλουν την αντίρρηση της γραφής με ωμέγα της λέξεως θεωρία, μη δεχόμενοι τη μετατροπή του όμικρον σε ωμέγα, έχουμε να πούμε, ότι και η αποδεκτή άποψη της προελεύσεως της λέξεως από το  ″Θεός″  και  ″ώρα″  (με την έννοια της πρόνοιας, του ενδιαφέροντος και της μέριμνας), δεν απέχει από την άποψή μας, διότι αυτός ο οποίος  ″βλέπει″  τον Θεό μέσα στα / και δια μέσου των δημιουργημάτων του-φυσικά και του εαυτού-ακριβώς αυτή την πρόνοια και μέριμνα του Θεού παρα-τηρεί και αυτή την Αλήθεια κυρίως με τους οφθαλμούς της διάνοιας του ″Θεωρεί″.

Επειδή λοιπόν αυτή η διεργασία είναι νοητική και η αντίληψη κυρίως εξωαισθητηριακή, οι περισσότεροι άνθρωποι, δέχονται τη λέξη χωρίς την ενεργειακή της φόρτιση. Έτσι η  ″Θεωρία″  κατάντησε να σημαίνει την οργάνωση μιας  ″υποθέσεως″,  μέσα από τη νοητική διεργασία διαφόρων δεδομένων.

Σκέψου λοιπόν, πόσο λάθος είναι γλωσσικά η τρέχουσα διαβάθμιση της επιστημονικής διεργασίας σε: Θεωρία→πείραμα→αποτέλεσμα, ενώ το ορθό (πραγματικό) είναι: υπόθεση→πείραμα→εμπειρία→αποτέλεσμα→Θεωρία (Αλήθεια).

Προσέξτε πόσο αρμόζει με την πρότασή μας η ρήση του Αποστόλου Παύλου ″Πράξις, θεωρίας επίβασις″. Δηλαδή η πράξη είναι ο αναβολέας, το σκαλοπάτι στο οποίο πατώντας μπορούμε να ανέβουμε στη θεωρία.

Το λάθος λοιπόν ξεκινά από την ενεργειακή αποφόρτιση της λέξεως ″θεωρία″  και τη φόρτισή της με το ενεργειακό φορτίο της λέξεως  ″υπόθεση″  ή  ″πιθανολόγηση″ . Από εκεί και πέρα ακολουθεί η χρήση της λαθεμένα φορτισμένης λέξεως, σε τόσες άλλες εφαρμογές.

Για να δείτε το επόμενο υποκεφάλαιο κάντε  «κλίκ» στον παρακάτω σύνδεσμο «Δυναμική ψυχογλωσσική προσέγγιση θεμελιωδών λέξεων και των εννοιών τους»  ή επιλέξτε την κατηγορία από το αρχικό μενού.

Δυναμική ψυχογλωσσική προσέγγιση θεμελιωδών λέξεων και των εννοιών τους


Άδεια Creative Commons

Τα κείμενα της ιστοσελίδας βασίζονται στο βιβλίο: «Η οδός επανόδου στον Έρωτα, στην Αλήθεια, στη Ζωή, στην Αγάπη» του Ψυχιάτρου-Ψυχοθεραπευτού Στρατή Γ. Οικονόμου, το οποίο είναι κατοχυρωμένο με ISBN 960 220 058 8. Οποιαδήποτε εμπορική χρήση,αντιγραφή ή τροποποίηση διώκεται από το νόμο.
Το βιβλίο «Η οδός επανόδου στον Έρωτα, στην Αλήθεια, στη Ζωή, στην Αγάπη» του  Στρατή Γ. Οικονόμου διέπεται από την άδεια Creative Commons Αναφορά προέλευσης-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Μη εισαγόμενο .

Δικαιώματα πέρα από τα πλαίσια αυτής της άδειας ενδεχομένως να είναι διαθέσιμα στο gnothisafton.wordpress.com.

Copyright © 2010
Με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος.

Protected by Copyscape Online Infringement Detector

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s